Law terminology

Since the mid-1960s, an attempt has been made to simplify the legal drafting language in the common law countries. Particular emphasis was placed on the need to use simple language without redundancies and legalese so that legal texts are clear and understandable even by those who do not have legal training but do not lack legal integrity And validity.

The above effort has been systematically organized, among other things, through the creation of various organizations in the UK, such as the Plain English Campaign, Clarity and Plain Language Commission, which aimed to promote the change of the traditional legal writing style by introducing the use of simple English Languages.

Today, the use of simple English in drafting legal texts has been adopted at the state level not only in the UK and the United States, but also in other countries of Anglo-American law, such as Australia, New Zealand and Canada. However, traditional English legal terminology is still widely used. The main reason for this approach is linked to the belief that the interpretation of these established legal expressions can not be challenged by the courts.

Regardless of whether the author of a legal text chooses traditional or plain English, the translation of legal texts into English requires knowledge of the substantive differences between the civil law and the common law in order to achieve accurate performance Of legal terms and concepts, and in any case a specific expressive style should be chosen to ensure uniformity and consistency in the outcome. Finally, the choice of linguistic type between British English and American English is not only aesthetic, but it also implies knowledge of the differences in terminology between these two types of English.

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 ξεκίνησε μια προσπάθεια απλοποίησης της γλώσσας σύνταξης των νομικών κειμένων (legal drafting) στις χώρες του αγγλοαμερικανικού δικαίου (common law countries). Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην ανάγκη χρήσης απλής γλώσσας (plain language) απαλλαγμένης από πλεονασμούς και νομικίστικη φρασεολογία (legalese), ώστε τα νομικά κείμενα να είναι σαφή και κατά το δυνατόν κατανοητά ακόμη και από όσους δεν έχουν νομική κατάρτιση, χωρίς όμως να υστερούν σε νομική αρτιότητα και εγκυρότητα.

Η παραπάνω προσπάθεια συστηματικοποιήθηκε, εκτός των άλλων, με τη δημιουργία διαφόρων οργανισμών στην Αγγλία, όπως των Plain English Campaign, Clarity και Plain Language Commission, οι οποίοι είχαν στόχο την προώθηση της αλλαγής του παραδοσιακού ύφους νομικής γραφής με την καθιέρωση της χρήσης της απλής αγγλικής γλώσσας.

Σήμερα η χρήση της απλής αγγλικής στη σύνταξη νομικών κειμένων έχει υιοθετηθεί σε κρατικό επίπεδο όχι μόνο στην Αγγλία και τις Η.Π.Α., αλλά και σε άλλες χώρες του αγγλοαμερικανικού δικαίου, όπως στην Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία και τον Καναδά. Παρόλα αυτά, η παραδοσιακή αγγλική νομική ορολογία χρησιμοποιείται ακόμη ευρύτατα. Ο βασικότερος λόγος αυτής της προσέγγισης συνδέεται με την πεποίθηση ότι η ερμηνεία των εν λόγω καθιερωμένων νομικών εκφράσεων δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από τα δικαστήρια.

Ανεξάρτητα από το αν ο συντάκτης ενός νομικού κειμένου επιλέξει την παραδοσιακή ή την απλή αγγλική, η μετάφραση νομικών κειμένων στα αγγλικά απαιτεί γνώση των ουσιαστικών διαφορών μεταξύ του ηπειρωτικού δικαίου (civil law) και του αγγλοαμερικανικού δικαίου (common law), ώστε να επιτυγχάνεται ακριβής απόδοση των νομικών όρων και εννοιών, ενώ σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να γίνεται επιλογή συγκεκριμένου εκφραστικού ύφους ώστε να εξασφαλίζεται ομοιομορφία και συνοχή στο αποτέλεσμα. Τέλος, η επιλογή γλωσσικού τύπου μεταξύ Βρετανικών Αγγλικών και Αμερικανικών Αγγλικών δεν είναι μόνο θέμα αισθητικής, αλλά υποδηλώνει και γνώση των διαφορών στην ορολογία μεταξύ των δύο αυτών τύπων της αγγλικής γλώσσας.

  • Law terminology
  • Αγγλική Νομική Ορολογία
KOS Type
  • en
  • el
URI http://bartoc.org/en/node/18387
  • en
  • el